• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: deprecated, deprecate

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
deprecated adj(software: obsolete)απαρχαιωμένος επίθ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
deprecate [sth] vtr(disparage, put down)κατακρίνω, αποδοκιμάζω ρ μ
  βρίσκω ελαττώματα σε κτ περίφρ
 During her hunt for a new place to live, Shawna deprecated every apartment she visited.
deprecate [sb] vtr(disparage, put down)δυσφημώ, δυσφημίζω ρ μ
 (μεταφορικά, καθομ)μειώνω ρ μ
 Derek is always laughingly deprecating himself.
deprecate [sth] vtr(software: discontinue)αποσύρω ρ μ
 The company decided to deprecate several features.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση deprecated στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «deprecated».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!