depressed

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/dɪˈprɛst/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/dɪˈprɛst/ ,USA pronunciation: respelling(di prest)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: depressed, depress

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
depressed adj(has clinical depression)καταθλιπτικός επίθ
  που πάσχει από κατάθλιψη περίφρ
 The depressed patient was treated with medication and counselling.
 Ο καταθλιπτικός ασθενής με φαρμακευτική αγωγή και συμβουλευτική.
 Ο ασθενής που έπασχε από κατάθλιψη έλαβε θεραπεία με φαρμακευτική αγωγή και συμβουλευτική.
depressed adj(emotionally low, sad)στεναχωρημένος, στενοχωρημένος, θλιμμένος μτχ πρκ
  μελαγχολικός επίθ
 (μεταφορικά)σε κατάθλιψη, που έχει πάθει κατάθλιψη περίφρ
 (καθομ, μεταφορικά)πεσμένος μτχ πρκ
 John has been depressed since his wife left him.
 Ο Τζον είναι στενοχωρημένος (or: θλιμμένος) από τότε που τον άφησε η γυναίκα του.
 Ο Τζον είναι σε κατάθλιψη από τότε που τον άφησε η γυναίκα του.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
depressed adj(economy, stock: low) (οικονομία)σε ύφεση, σε κάμψη περίφρ
 (τιμή)χαμηλός επίθ
 (μεταφορικά)συμπιεσμένος μτχ πρκ
 The depressed economy is still showing no signs of recovery.
depressed adj(pressed down)πατημένος μτχ πρκ
 Take a screenshot by pressing the home button with the volume down button depressed.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
depress [sb] vtr(make sad)στενοχωρώ, στεναχωρώ, ρ μ
  θλίβω, μελαγχολώ ρ μ
 (άτυπο)φέρνω κατάθλιψη σε κπ περίφρ
 The news of Karen's illness depressed me.
depress [sth] vtr(push down)πιέζω, πατάω, πατώ ρ μ
 Ben depressed the button and the machine came to life.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
depress [sth] vtr(slow: economics) (μεταφορικά)συμπιέζω, συνθλίβω ρ μ
  οδηγώ σε ύφεση, οδηγώ σε κάμψη περίφρ
 Low-paid jobs and zero-hours contracts are depressing our economy.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
depressed | depress
ΑγγλικάΕλληνικά
depressed area n(poor region)οικονομικά υποβαθμισμένη περιοχή ουσ θηλ
 The EU has a regional policy to give help to depressed areas.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'depressed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is a depressed [woman, child], has become very depressed, am feeling very depressed (right now, today), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση depressed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «depressed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!