• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: designated, designate

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
designated adj(appointed, nominated)ορισμένος μτχ πρκ
  καθορισμένος μτχ πρκ
  διορισμένος μτχ πρκ
  που του έχει ανατεθεί κτ περίφρ
 A designated student should summarize the group discussion.
designated adj(marked out)καθορισμένος μτχ πρκ
  σημειωμένος μτχ πρκ
  επισημασμένος μτχ πρκ
 You are only allowed to park in the designated spaces.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
designate [sb] vtr(appoint, nominate)ορίζω ρ μ
  διορίζω ρ μ
 The ailing dictator has not yet designated a successor.
designate [sth] vtr(indicate, denote)υποδεικνύω, δηλώνω ρ μ
  δείχνω ρ μ
 In some languages, separate pronoun forms designate formality.
designate [sth] vtr(mark out)ορίζω ρ μ
  σημαδεύω ρ μ
 The edge of the viewing area is designated with yellow tape.
 Η άκρη της περιοχής των θεατών έχει οριστεί με κίτρινη ταινία.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
designate,
-designate
adj
(appointed but not installed) (λόγιος, επίσημο)ορισθείς μτχ αορ
  διορισθείς μτχ αορ
Σχόλιο: follows noun, often hyphenated
 The ambassador designate won't take office until next month.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
designated | designate
ΑγγλικάΕλληνικά
designated driver n(stays sober to drive)μέλος της παρέας που δεν πίνει για να οδηγήσει με ασφάλεια τους υπόλοιπους στον προορισμό τους
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'designated' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση designated στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «designated».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!