• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
detector n(metal-detecting device) (μετάλλου)ανιχνευτής ουσ αρσ
 Since retiring, Harry enjoys walking the beach with a detector.
detector n(smoke-detecting device) (καπνού)ανιχνευτής ουσ αρσ
 Make sure the detectors all have fresh batteries in case of fire.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
lie detector n(device: police interrogation)ανιχνευτής ψεύδους φρ ως ουσ αρσ
metal detector n(gadget that detects buried metal)ανιχνευτής μετάλλων φρ ως ουσ αρσ
 A man using a metal detector found Viking coins buried in a field.
 Ένας άντρας που χρησιμοποιούσε ανιχνευτή μετάλλων βρήκε νομίσματα των Βίκινγκς θαμμένα σε ένα χωράφι.
smoke detector,
smoke alarm
n
(device that detects a fire)ανιχνευτής καπνού φρ ως ουσ αρσ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'detector' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση detector στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «detector».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!