devoted

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/dɪˈvəʊtɪd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/dɪˈvoʊtɪd/ ,USA pronunciation: respelling(di vōtid)

From the verb devote: (⇒ conjugate)
devoted is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: devoted, devote

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
devoted adj(loyal)αφοσιωμένος μτχ πρκ
  πιστός επίθ
 James walked along the road, his devoted dog at his side.
 Ο Τζέιμς διέσχισε τον δρόμο έχοντας πλάι του τον αφοσιωμένο του σκύλο.
devoted to [sth] adj + prep(loyal to [sth](σε κάτι)αφοσιωμένος μτχ πρκ
  πιστός επίθ
 Alison is devoted to her friendship with Emma.
 Η Άλισον είναι πιστή στη φιλία της με την Έμμα.
devoted to [sb] adj + prep(loyal to [sb](σε κάποιον)αφοσιωμένος μτχ πρκ
  πιστός επίθ
 Fred is devoted to his wife.
 Ο Φρεντ είναι αφοσιωμένος στη γυναίκα του.
 Ο Φρεντ είναι πιστός στη γυναίκα του.
devoted adj(committed)γεμάτος αφοσίωση φρ ως επίθ
  που γίνεται με αφοσίωση περίφρ
 The team's devoted efforts ensured the project was a success.
devoted to [sth/sb] adj + prep(committed) (σε κτ/κπ)αφοσιωμένος μτχ πρκ
 In spite of his parents' conservative outlook, Bob was devoted to liberal social causes.
 Παρ' όλη την συντηρητική στάση των γονιών του ο Μπομπ ήταν αφοσιωμένος σε φιλελεύθερους κοινωνικούς αγώνες.
devoted to [sth/sb] adj + prep(focused on [sth], [sb]'s work) (σε κπ/κτ)αφοσιωμένος μτχ πρκ
 Alice is devoted to her work as a paediatrician.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
devoted adj(person: religiously faithful)αφοσιωμένος μτχ πρκ
  πιστός, ευσεβής επίθ
 The devoted worshippers went to church every day.
devoted to [sth] adj + prep(religiously faithful) (μεταφορικά)που έχει αφιερώσει τη ζωή του σε κτ περίφρ
  πιστός σε κτ επίθ + πρόθ
  αφοσιωμένος σε κτ μτχ πρκ + πρόθ
 The priest is devoted to the church.
devoted to [sb] adj + prep(religion: faithful) (μεταφορικά)που έχει αφιερώσει τη ζωή του σε κπ περίφρ
  πιστός σε κτ επίθ + πρόθ
  αφοσιωμένος σε κτ μτχ πρκ + πρόθ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
devote [sth] to [sth/sb] vtr + prep(time, money, etc.: give) (κάτι σε κτ/κπ)αφιερώνω ρ μ
 Lucy devoted all her energy to making sure her business venture was a success.
 Η Λούσυ αφιέρωσε όλη της την ενέργειά διασφαλίζοντας την επιτυχία του επιχειρηματικού της εγχειρήματος.
devote yourself to [sth/sb] v expr(dedicate yourself) (σε κτ/κπ)αφιερώνομαι, αφοσιώνομαι ρ αμ
 My mother devoted herself to her children.
 Η μητέρα μου αφιέρωσε τον εαυτό της στα παιδιά της.
devote yourself to doing [sth] v expr(put all your energy into) (στο να κάνω κάτι)αφιερώνομαι, αφοσιώνομαι ρ αμ
 After his wife's death from cancer, he devoted himself to fundraising for cancer charities.
 Μετά το θάνατο της γυναίκας του από καρκίνο αφοσιώθηκε στη συγκέντρωση χρημάτων για αντικαρκινικές φιλανθρωπικές οργανώσεις.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
devoted | devote
ΑγγλικάΕλληνικά
devoted friend n(close and trusted acquaintance) (καλός φίλος)αφοσιωμένος φίλος, πιστός φίλος ουσ αρσ
  αφοσιωμένη φίλη, πιστή φίλη ουσ θηλ
 Evelyn Waugh was Knox's devoted friend and admirer.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'devoted' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: devoted [completely] to, devoted followers of [the team, the band, music, fashion], [completely, entirely, exclusively] devoted to, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση devoted στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «devoted».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!