| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| die out vi phrasal | (become extinct: organisms) | εξαφανίζομαι ρ αμ |
| | | εκλείπω ρ αμ |
| | Most of the polar bears will die out by 2050 as a result of global warming. |
| | Οι περισσότερες πολικές αρκούδες θα εξαφανιστούν μέχρι το 2050 ως συνέπεια του φαινομένου του θερμοκηπίου. |
| die out vi phrasal | figurative (tradition: disappear gradually) | χάνομαι ρ αμ |
| | | φθίνω, εξασθενώ ρ αμ |
| | (μεταφορικά) | πεθαίνω ρ αμ |
| | Our language and our traditions will die out as our people become absorbed by the mainstream culture. |
| | Η γλώσσα και οι παραδόσεις μας θα φθίνουν καθώς ο λαός μας απορροφάται από την κουλτούρα του συρμού. |