dioxide

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/daɪˈɒksaɪd/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(dī oksīd, -sid)

  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dioxide n(oxygen compound)διοξείδιο ουσ ουδ
 Dioxides have two atoms of oxygen.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
carbon dioxide n(gas: carbon and oxygen)διοξείδιο του άνθρακα ουσ ουδ
 Trees absorb carbon dioxide but cut flowers give it off at night.
 Τα δέντρα απορροφούν διοξείδιο του άνθρακα, αλλά τα κομμένα λουλούδια το εκπέμπουν τη νύχτα.
nitrogen dioxide n(chemical compound of oxygen and nitrogen)διοξείδιο του αζώτου έκφρ
sulfur dioxide (US),
sulphur dioxide (UK)
n
(gas)διοξείδιο του θείου φρ ως ουσ ουδ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'dioxide' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dioxide στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «dioxide».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!