| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| disapproved adj | (rejected, not allowed) | που έχει απορριφθεί περίφρ |
| | | απορριφθείς μτχ ενεστ |
| | The film was placed on the disapproved list because of its extreme violence. |
| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| disapprove⇒ vi | (consider [sth] to be bad) | αποδοκιμάζω ρ μ |
| | | δεν εγκρίνω περίφρ |
| | I don't think your mother will disapprove, but don't ask her when she's in a bad mood. |
| | Δεν πιστεύω ότι η μητέρα σου δεν θα το εγκρίνει, αλλά μην τη ρωτήσεις όταν έχει τις μαύρες της. |
| disapprove of [sth/sb] vi + prep | (consider bad, unsuitable) | αποδοκιμάζω ρ μ |
| | | δεν εγκρίνω κπ/κτ περίφρ |
| | Ella disapproves of her son's new friends. |
| | Η Έλλα δεν εγκρίνει τους νέους φίλους του γιου της. |
| disapprove [sth]⇒ vtr | (reject, not allow) | απορρίπτω ρ μ |
| | | αρνούμαι ρ μ |
| | The president disapproved the bill at the last minute, and it did not pass. |
| | Ο πρόεδρος απέρριψε το νομοσχέδιο την τελευταία στιγμή και έτσι δεν πέρασε. |
Ο όρος 'disapproved' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: