• WordReference
  • Definition
Σε αυτή τη σελίδα: disbelieving, disbelieve

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
disbelieving adj(not believing [sth] is true)δύσπιστος επίθ
  που δεν πιστεύει περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
disbelieve [sth] vtr(not believe, think untrue) (απέναντι σε κάτι)δυσπιστώ ρ μ
 (κάτι)δεν πιστεύω περίφρ
 I disbelieve anything that Patrick tells me because he is a habitual liar.
disbelieve [sb] vtr(not believe [sb](κάποιον)δεν πιστεύω περίφρ
 I don't disbelieve you, but your story is a bit far-fetched.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'disbelieving' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση disbelieving στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «disbelieving».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!