|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | dishwasher n | (machine) | πλυντήριο πιάτων φρ ως ουσ ουδ | | | I love cooking, but hate cleaning up, so a dishwasher is an essential for me. | | | Λατρεύω το μαγείρεμα, μισώ όμως το συγύρισμα, επομένως ένα πλυντήριο πιάτων μου είναι απαραίτητο. | | dishwasher n | (person) | λαντζέρης, λαντζέρισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ | | | | λαντζιέρης, λαντζιέρισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ | | | Eric got a job as a dishwasher in the kitchen of a big hotel. | | | Ο Έρικ έπιασε δουλειά ως λαντζέρης στην κουζίνα ενός μεγάλου ξενοδοχείου. |
|
|