|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | dissertation n | (school, university: extended essay) | εργασία ουσ θηλ | | | (επιστημονικό θέμα) | πραγματεία ουσ θηλ | | | All final year students have to write a dissertation on a topic of their choice. | | | Όλοι οι τελειόφοιτοι πρέπει να γράψουν μια εργασία με θέμα δικής τους επιλογής. | | dissertation n | US (doctoral thesis) | διατριβή ουσ θηλ | | | The student was pleased to have finally finished the dissertation for her doctorate. | | | Η φοιτήτρια ήταν ικανοποιημένη που επιτέλους τελείωσε τη διδακτορική διατριβή της. | | dissertation n | UK (master's extended essay) (ανάλογα τον τίτλο) | διπλωματική εργασία επίθ + ουσ θηλ | | | | πτυχιακή εργασία επίθ + ουσ θηλ | | | | πτυχιακή διατριβή επίθ + ουσ θηλ | | | You will need to write a 20,000-word dissertation for this master's course. | | | Για το συγκεκριμένο μεταπτυχιακό πρόγραμμα θα χρειαστεί να γράψεις μια διπλωματική εργασία 20.000 λέξεων. | | | Για το συγκεκριμένο μεταπτυχιακό πρόγραμμα θα χρειαστεί να γράψεις πτυχιακή εργασία 20.000 λέξεων. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | dissertation n | (formal text or speech) | διατριβή ουσ θηλ | | | | δοκίμιο ουσ ουδ | | | The philosopher wrote a dissertation on freedom. |
Ο όρος 'dissertation' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|