doodle

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈduːdəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈdudəl/ ,USA pronunciation: respelling(do̅o̅dl)

Inflections of 'doodle' (v): (⇒ conjugate)
doodles
v 3rd person singular
doodling
v pres p
doodled
v past
doodled
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
doodle vi(draw mindlessly) (αφηρημένα)ζωγραφίζω, σκιτσάρω ρ μ
 (καθομιλουμένη)μουντζουρώνω ρ μ
  κάνω μουτζούρες περίφρ
 I doodle when I'm on the phone, as it helps me think.
 Ζωγραφίζω όταν μιλάω στο τηλέφωνο γιατί βοηθάει να σκέφτομαι.
doodle n([sth] drawn mindlessly)σκαρίφημα, σκίτσο ουσ ουδ
  ζωγραφιά ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)μουντζούρα ουσ θηλ
 One of my doodles looks like a sea monster.
 Μία από τις μουντζούρες μου, μοιάζει με θαλάσσιο τέρας.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cock-a-doodle-doo n(cockerel's call)κικιρίκου! έκφρ
 The early morning "cock-a-doodle-doo" of the neighbor's rooster makes it impossible for me to sleep past sunrise.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'doodle' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [an inappropriate, a sexual, a little] doodle, doodle during [class, the exam], a doodle of a [cat, flower], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση doodle στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «doodle».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!