doping

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdəʊpɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(dōping)

From the verb dope: (⇒ conjugate)
doping is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: doping, dope

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
doping n(sport: illegal drug-taking)ντόπινγκ ουσ ουδ άκλ
Σχόλιο: ξενικό, άκλιτο
 One of the cyclists in the Tour de France was disqualified for doping.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dope ninformal (drug: marijuana) (αργκό: χασίς)μαύρο, χόρτο ουσ ουδ
  μπάφος ουσ αρσ
 Steve spent the whole afternoon smoking dope instead of doing his homework.
 Ο Στηβ πέρασε όλο το απόγευμα καπνίζοντας μαύρο (or: χόρτο) αντί να κάνει τα μαθήματά του.
dope n(drug taken in sport)αναβολικά ουσ ουδ πλ
 (καθομιλουμένη)ντόπα ουσ θηλ
 The cyclist tested positive for dope.
dope ndated, slang (stupid person) (μεταφορικά, μειωτικό)ζώον ουσ ουδ
 That's not how you do it, you dope!
 Δεν γίνεται έτσι, βρε ζώον!
the dope on [sth] ninformal, dated (information: secret)μη διαθέσιμη μετάφραση
 If you want the dope on anything, see Lucy; she always knows all the latest office rumors.
dope [sb] vtrslang (drug)ναρκώνω ρ μ
 The kidnapper doped his victim to keep her quiet.
 Ο απαγωγέας νάρκωσε το θύμα του για να το κρατήσει ήσυχο.
dope vi(use drugs in sport)παίρνω ντόπα, παίρνω αναβολικά περίφρ
 (ανεπίσημο)ντοπάρομαι ρ αμ
 The runner had been doping for years before he got caught.
 Ο δρομέας έπαιρνε αναβολικά για πολλά χρόνια πριν τον πιάσουν.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dope adjslang (very good, excellent)κορυφαίος, τέλειος επίθ
  απίθανος επίθ
 (αργκό)δεν υπάρχει έκφρ
  άπαιχτος επίθ
 Your car is dope, man!
 Δεν υπάρχει το αμάξι σου, μεγάλε!
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
dope [sth] out,
dope out [sth]
vtr phrasal sep
dated (figure out, devise)βρίσκω ρ μ
  εφευρίσκω ρ μ
  επινοώ ρ μ
 The criminals doped out a plan to get into the bank vault.
dope [sth] out,
dope out [sth]
vtr phrasal sep
dated (deduce or infer)συμπεραίνω ρ μ
  κατανοώ ρ μ
 (μεταφορικά, καθομιλουμένη)πιάνω ρ μ
 Mark finally doped out what was going on.
dope up vi phrasal(take banned drugs) (καθομιλουμένη)ντοπάρομαι ρ αμ
  παίρνω αναβολικά περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
dope | doping
ΑγγλικάΕλληνικά
dope fiend ninformal (drug addict)ναρκομανής ουσ αρσ/θηλ
 (καθομιλουμένη)πρεζάκι ουσ ουδ
dope pusher ninformal (drug dealer)έμπορος ναρκωτικών φρ ως ουσ αρσ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση doping στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «doping».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!