• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: dozing, doze

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dozing adj(sleeping lightly)που λαγοκοιμάται περίφρ
 The dozing cat's ear twitched as I walked by.
dozing adj(half-asleep)μισοκοιμισμένος μτχ πρκ
 The maths teacher decided it was time to give her dozing students a pop quiz.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
doze vi(sleep lightly)λαγοκοιμάμαι ρ αμ
 (καθομιλουμένη)τον ψιλοπαίρνω έκφρ
 The cat dozed peacefully in the sunlight.
doze vi(be half asleep)μισοκοιμάμαι, γλαρώνω ρ αμ
 Matt dozed throughout math class.
doze n(light sleep, nap)υπνάκος ουσ αρσ
 A quick doze should help to refresh me before my meeting.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
doze off vi phrasalinformal (fall asleep)αποκοιμιέμαι ρ αμ
  με παίρνει ο ύπνος περίφρ
 (καθομιλουμένη)τον παίρνω, τον ψιλοπαίρνω έκφρ
 I dozed off for ten minutes during the end of the movie.
 Με πήρε ο ύπνος για δέκα λεπτά κατά το τέλος της ταινίας.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dozing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «dozing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!