|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | duly adv | (properly) | κατάλληλα, σωστά επίρ | | | (επίσημο, λόγιος) | δεόντως επίρ | | | We are seeking duly qualified candidates for this position. | | | Αναζητάμε κατάλληλα καταρτισμένους υποψηφίους γι' αυτή τη θέση. | | duly adv | (punctually) | στην ώρα μου, με συνέπεια φρ ως επίρ | | | | όπως συμφωνήθηκε έκφρ | | | | είμαι συνεπής ρ έκφρ | | | The Smiths had arranged a meeting with the manager at 11 am and they duly appeared at that time. | | | Οι Σμιθς είχαν κανονίσει μια συνάντηση με το διευθυντή στις 11 π.μ. και εμφανίστηκαν την ώρα που είχε συμφωνηθεί. |
|
|