• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: eavesdropping, eavesdrop

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
eavesdropping n(listening surreptitiously)το να κρυφακούω, το ότι κρυφακούω περίφρ
 (επίσημο)λαθρακρόαση ουσ θηλ
 (λόγιος τύπος)ωτακουσία ουσ θηλ
 Do you think my mother knows about my eavesdropping last night while she was on the phone?
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
eavesdrop vi(listen secretly)κρυφακούω ρ αμ
 (καθομιλουμένη)στήνω αυτί έκφρ
 I didn't intend to eavesdrop but they were talking just outside my door.
 Δεν είχα την πρόθεση να κρυφακούσω, μιλούσαν όμως ακριβώς έξω απ' την πόρτα μου.
 Δεν είχα την πρόθεση να στήσω αυτί, μιλούσαν όμως ακριβώς έξω απ' την πόρτα μου.
eavesdrop on [sb/sth] vi + prep(listen secretly to)κρυφακούω ρ μ
 How did you know that? Were you eavesdropping on my phone call?
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση eavesdropping στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «eavesdropping».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!