egotistical

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌiːgəˈtɪstɪkəl/, /ˌɛgəˈtɪstɪkəl/

  • WordReference

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
egotistical,
egotistic,
egoistic
adj
(person: self-obsessed) (άτομο)εγωκεντρικός επίθ
  εγωλάτρης, εγωμανής επίθ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)εαυτούλης ουσ ως επίθ
 Jim is so egotistical; he cares more about appearing witty than about other people's feelings.
egotistical,
egotistic,
egoistic
adj
(speech, act: showing vanity) (λόγος, ενέργεια)εγωκεντρικός επίθ
  εγωιστικός επίθ
 Gary has an egotistical need to share everything he does on social media.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'egotistical' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση egotistical στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «egotistical».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!