|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | empire n | (sovereign territory) | αυτοκρατορία ουσ θηλ | | | The Ottoman Empire once covered large parts of Europe and Asia. | | | Η Οθωμανική Αυτοκρατορία κάποτε περιελάμβανε μεγάλα τμήματα της Ευρώπης και της Ασίας. | | empire n | (powerful company) | αυτοκρατορία ουσ θηλ | | | She built a newspaper empire from scratch. | | empire adj | (clothing: high-waisted) (για παντελόνια) | ψηλοκάβαλος επίθ | | | Empire skirts made an appearance at the last fashion show. | | | Στην τελευταία επίδειξη μόδας έκαναν την εμφάνισή τους οι ψηλοκάβαλες φούστες. |
Ο όρος 'empire' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|