encapsulate

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪnˈkæpsjʊleɪt/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(en kapsə lāt′, -syŏŏ-)

Inflections of 'encapsulate' (v): (⇒ conjugate)
encapsulates
v 3rd person singular
encapsulating
v pres p
encapsulated
v past
encapsulated
v past p
  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
encapsulate [sth] vtrfigurative (summarize)αποδίδω κτ περιληπτικά ρ μ + επίρ
 The poem encapsulates the experience of motherhood.
encapsulate [sth] vtr(enclose)περικλείω ρ μ
  περιβάλλω ρ μ
 The radioactive substance is encapsulated in lead.
encapsulate [sth] vtr(put in a capsule)περικλείω ρ μ
  περιβάλλω ρ μ
  περικλείω κτ με κάψα, περιβάλλω κτ σε κάψα έκφρ
 (ιατρική)σχηματίζω κάψα γύρω από κτ περίφρ
 The insect encapsulates each egg in a mud pellet.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'encapsulate' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση encapsulate στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «encapsulate».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!