|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | expansion n | (physical) | έκταση ουσ θηλ | | | | διεύρυνση, επέκταση ουσ θηλ | | | | διαστολή ουσ θηλ | | | | διόγκωση ουσ θηλ | | | Holding the yoga pose, Michelle concentrated on the expansion of her chest as she breathed in. | | | Κρατώντας τη στάση της γιόγκα, η Μισέλ συγκεντρώθηκε στην έκταση του στήθους της καθώς εισέπνευσε. | | expansion n | (business, organization) | επέκταση ουσ θηλ | | | | εξάπλωση ουσ θηλ | | | | ανάπτυξη ουσ θηλ | | | The company's expansion has been incredible; a year ago there was just one shop in London and now they have outlets all over Europe. | | | Η έως τώρα επέκταση της εταιρείας είναι απίστευτη· πριν από ένα χρόνο υπήρχε μόνο ένα μαγαζί στο Λονδίνο και τώρα έχουν υποκαταστήματα σε όλη την Ευρώπη. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | expansion n | (economic growth) | ανάπτυξη ουσ θηλ | | | | επέκταση ουσ θηλ | | | | αύξηση ουσ θηλ | | | The country's economy saw some expansion in the last quarter of the year. | | expansion n | (town, city: grow larger) | επέκταση ουσ θηλ | | | Too many areas of natural beauty are being lost to expansion. |
Ο όρος 'expansion' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|