expectation

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌɛkspɛkˈteɪʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˌɛkspɛkˈteɪʃən/ ,USA pronunciation: respelling(ek′spek tāshən)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
expectation n(anticipation)αναμονή, προσμονή ουσ θηλ
 After reading that their favourite rock star would be visiting their town, the teenage girls spent the week in a state of expectation.
 Αφότου διάβασαν πως ο αγαπημένος τους ροκ σταρ θα επισκεπτόταν την πόλη τους, οι έφηβες πέρασαν την εβδομάδα σε κατάσταση προσμονής.
expectation n([sth] anticipated)προσδοκία ουσ θηλ
 The old couple's expectation of seeing their son was ruined when he phoned to say he couldn't make it.
 Η προσδοκία του ηλικιωμένου ζευγαριού, να δουν τον γιο τους, διαλύθηκε όταν εκείνος τηλεφώνησε για να πει πως δεν θα κατάφερνε να έρθει.
expectation n(probability)προσδοκία ουσ θηλ
  προοπτική ουσ θηλ
 The boss gave Helen the work with the expectation that it would be done well.
 Το αφεντικό έδωσε στην Έλεν τη δουλειά με την προσδοκία πως θα την έκανε σωστά.
expectations npl(prospects: of money or status)προοπτικές εξέλιξης φρ ως ουσ θηλ πλ
 (συχνά πληθυντικός)προοπτική ουσ θηλ
 James is poor now, but he has expectations; his rich aunt will almost certainly leave him all her money.
 Ο Τζέιμς τώρα είναι φτωχός, έχει όμως προοπτικές εξέλιξης. Η πλούσια θεία του είναι σχεδόν βέβαιο πως θα του αφήσει όλα της τα χρήματα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
beyond expectations,
beyond [sb]'s expectations
expr
(better than imagined)πέρα από κάθε προσδοκία έκφρ
  πέρα από τις προσδοκίες έκφρ
have no expectations v expr(approach without bias)είμαι αμερόληπτος ρ έκφρ
have no expectation of [sth] v expr(not count on)δεν έχω προσδοκίες έκφρ
have no expectation that v expr(with clause: not count on [sth](να γίνει κτ)δεν περιμένω περίφρ
 (ότι/πως θα γίνει κτ)δεν έχω προσδοκίες περίφρ
 I have no expectation that he will be able to answer my question, but I will ask him anyway.
high expectations npl(strong ambitions for [sth/sb])υψηλές προσδοκίες, μεγάλες προσδοκίες επίθ + ουσ θηλ πλ
 Cameron's parents have high expectations for his future.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'expectation' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [great, fair, poor, low] expectations, [unrealistic, realistic] expectation, the expectation of [victory, difficulties, privacy, wealth], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση expectation στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «expectation».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!