|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | expectation n | (anticipation) | αναμονή, προσμονή ουσ θηλ | | | After reading that their favourite rock star would be visiting their town, the teenage girls spent the week in a state of expectation. | | | Αφότου διάβασαν πως ο αγαπημένος τους ροκ σταρ θα επισκεπτόταν την πόλη τους, οι έφηβες πέρασαν την εβδομάδα σε κατάσταση προσμονής. | | expectation n | ([sth] anticipated) | προσδοκία ουσ θηλ | | | The old couple's expectation of seeing their son was ruined when he phoned to say he couldn't make it. | | | Η προσδοκία του ηλικιωμένου ζευγαριού, να δουν τον γιο τους, διαλύθηκε όταν εκείνος τηλεφώνησε για να πει πως δεν θα κατάφερνε να έρθει. | | expectation n | (probability) | προσδοκία ουσ θηλ | | | | προοπτική ουσ θηλ | | | The boss gave Helen the work with the expectation that it would be done well. | | | Το αφεντικό έδωσε στην Έλεν τη δουλειά με την προσδοκία πως θα την έκανε σωστά. | | expectations npl | (prospects: of money or status) | προοπτικές εξέλιξης φρ ως ουσ θηλ πλ | | | (συχνά πληθυντικός) | προοπτική ουσ θηλ | | | James is poor now, but he has expectations; his rich aunt will almost certainly leave him all her money. | | | Ο Τζέιμς τώρα είναι φτωχός, έχει όμως προοπτικές εξέλιξης. Η πλούσια θεία του είναι σχεδόν βέβαιο πως θα του αφήσει όλα της τα χρήματα. |
Ο όρος 'expectation' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|