expertise

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌɛkspɜːrˈtiːz/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˌɛkspɚˈtiz/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(n. ek′spər tēz; v. ekspər tīz′)


  • WordReference
  • Definition
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
expertise n(specialist knowledge)γνώσεις ουσ θηλ πλ
  ειδικές γνώσεις επίθ + ουσ θηλ πλ
 (επίσημο)εμπειρογνωσία, δαημοσύνη, ειδημοσύνη ουσ θηλ
 (σε τεχνικά θέματα)τεχνογνωσία ουσ θηλ
 The company used the hacker's expertise to help them protect their servers.
 Η εταιρεία χρησιμοποίησε τις γνώσεις του χάκερ, ώστε να τους βοηθήσει να προστατέψουν τους διακομιστές τους.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
domain expertise n(specialist knowledge)ειδίκευση σε συγκεκριμένο πεδίο φρ ως ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'expertise' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [necessary, required] expertise (to), [genuine, proven] expertise in, [business, medical, sports, dancing] expertise, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση expertise στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «expertise».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!