| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| extern n | US (nonresident personnel) | εργαζόμενος που δεν κατοικεί εντός των εγκαταστάσεων |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. |
| extern n | (religion: nun) | μοναχή που δεν βρίσκεται υπό οικειοθελή περιορισμό |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. |
| extern adj | archaic (external) | εξωτερικός επίθ |
Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "extern" στο Greek φόρουμ.Clin Extern:judicial - English Only forum
Extern - English Only forum
- Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «extern».
Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά