• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
faddish adj(like a fad)ως τάση, ως μόδα, ως τρεντ περίφρ
  που αποτελεί μόδα περίφρ
 (δεν διαρκεί)προσωρινός επίθ
 There is a faddish interest in vegan food at the moment.
faddish adjinformal (fussy about likes and dislikes)δύσκολος επίθ
  απαιτητικός επίθ
 Henry is faddish when it comes to vegetables.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
fussy eater,
picky eater,
faddish eater
n
informal (person: dislikes many foods) (καθομιλουμένη)κακόφαγος επίθ
  δύσκολος στο φαγητό φρ ως επίθ
  μίζερος στο φαγητό φρ ως επίθ
 Tom is a fussy eater; there's hardly anything he likes eating.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση faddish στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «faddish».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!