• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fad n(short trend)τάση, μόδα ουσ θηλ
  τάση της μόδας φρ ως ουσ θηλ
 (μεταφορικά)μανία, τρέλα ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)τρεντς ουσ ουδ πλ
 Tim is studying to be a fashion designer, so he always knows about the latest fads.
 Ο Τιμ σπουδάζει σχεδιαστής μόδας κι έτσι πάντα ξέρει τις τελευταίες τάσεις.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
fad diet n(gimmicky weight-loss plan)«θαυματουργή» δίαιτα επίθ + ουσ θηλ
 Recent studies show that fad diets rarely contribute to lasting weight loss.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση fader στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «fader».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!