famed

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈfeɪmd/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(fāmd)

From the verb fame: (⇒ conjugate)
famed is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: famed, fame

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
famed adj(person: famous, renowned) (άτομο με φήμη)διάσημος επίθ
  φημισμένος μτχ πρκ
 A famed French pastry chef will prepare dessert for us tonight.
famed adj(thing: legendary) (πράγμα: θρυλικό)περίφημος, διάσημος επίθ
  φημισμένος μτχ πρκ
 I'm going to see the famed Grand Canyon on my next vacation.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fame n(being famous)δόξα, φήμη ουσ θηλ
 Paul's musical talents brought him fame and money.
 Το ταλέντο του Πωλ στη μουσική του απέφερε φήμη και χρήματα.
fame n(reputation)φήμη ουσ θηλ
 She owes her fame to a reality TV show.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fame [sth] vtrarchaic (spread renown of)διαφημίζω ρ μ
 "But they went out and famed him through all that land." - Matthew 9:31
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
fame | famed
ΑγγλικάΕλληνικά
hall of fame,
Hall of Fame
n
figurative (list of great achievers) (μεταφορικά)πάνθεον ουσ ουδ πλ
 Only the greatest athletes ever make it to their sport's hall of fame.
 Μόνο οι σπουδαιότεροι αθλητές καταφέρνουν να μπουν στο πάνθεον του αθλήματός τους.
Hall of Fame n(place in New York City)τοπόσημο της Νέας Υόρκης με προτομές επιφανών Αμερικανών
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. Χρησιμοποιείται αυτούσιος ο αγγλικός.
of ill fame adj(notorious)που έχει κακή φήμη περίφρ
 Although de Sade was a man of ill fame, some of his works are considered to be classic French literature.
rise to fame v expr(become well known and popular)γίνομαι διάσημος, γίνομαι γνωστός ρ αμ + επίθ
rise to fame n(becoming well known and popular) (μεταφορικά)δρόμος προς τη δόξα έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση famed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «famed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!