• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: fawning, fawn

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fawning adj(obsequious)δουλοπρεπής, δουλικός επίθ
 Parents shouldn't be too fawning with their children.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fawn vi(be ingratiating)είμαι δουλοπρεπής, είμαι δουλικός ρ έκφρ
  φέρομαι δουλοπρεπώς, φέρομαι δουλικά ρ αμ + επίρ
  συμπεριφέρομαι με δουλοπρέπεια περίφρ
 I can't stand the way my colleague behaves around the boss; he's always fawning.
fawn over [sb] vi + prep(ingratiate yourself with [sb](ανεπίσημο)κανακεύω, παραχαϊδεύω ρ μ
 I hate the way everyone fawns over her because she's a celebrity.
fawn n(young deer) (επίσημο, ξεπερασμένο)νεβρός ουσ αρσ
 (καθομιλουμένη)ελαφάκι ουσ ουδ
 There were fawns in the yard, eating fallen apples.
fawn adj(light yellowish brown) (χρώμα)κιτρινόφαιος επίθ
 A fawn sweater would go well with that blouse.
fawn n(light yellowish brown)κιτρινόφαιο χρώμα, φαιοκίτρινο χρώμα επίθ + ουσ ουδ
 Patricia often wears the color fawn.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'fawning' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση fawning στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «fawning».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!