• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
fig n(fruit)σύκο ουσ ουδ
 Larry ate a fresh fig for the first time when he visited Montenegro.
 Ο Λάρρυ έφαγε φρέσκο σύκο για πρώτη φορά όταν επισκέφτηκε το Μαυροβούνιο.
fig n(fruit tree)συκιά ουσ θηλ
 Jim grew a fig in his greenhouse.
fig,
fig sign
n
(rude gesture made with thumb)μη διαθέσιμη μετάφραση
Σχόλιο: Η χειρονομία αυτή δεν συναντάται στην Ελλάδα.
 Ben made a fig at Stan.
Fig,
Fig.
n
written, abbreviation (Figure: Fig.: image, graph in a text) (σντμ: Εικόνα)Εικ. ουσ θηλ
 Fold your origami paper in half diagonally (see Fig.1).
 Δίπλωσε το χαρτί για το οριγκάμι στα δυο διαγωνίως (βλ. Εικ. 1).
fig. nwritten, abbreviation (figurative)μεταφορικά επίρ
 Neanderthal (n) - fig. An ignorant person
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
fig leaf,
plural: fig leaves
n
(leaf of a fig tree)φύλλο συκιάς φρ ως ουσ θηλ
 (επίσημο)φύλο συκής φρ ως ουσ θηλ
 A real fig leaf would be too itchy to wear.
fig leaf nfigurative ([sth] that covers [sth] shameful)προσπάθεια απόκρυψης φρ ως ουσ θηλ
  προσπάθεια συγκάλυψης φρ ως ουσ θηλ
 (μεταφορικά)φύλλο συκής φρ ως ουσ θηλ
fig tree n(tree that bears figs)συκιά ουσ θηλ
 The fig tree is beautiful all by itself, even before it produces fig flowers that later turn into figs.
not give a fig v exprfigurative, informal (not care, be unconcerned) (μεταφορικά, καθομ: για κάτι)δεν δίνω μία, δεν μου καίγεται καρφάκι, δεν δίνω δεκάρα έκφρ
 (αργκό, υβριστικό: για κάτι)χέστηκα ρ αμ
give a fig v exprfigurative, informal (care, be concerned)με νοιάζει έκφρ
 (καθομιλουμένη: σε ερώτηση)δίνω μία, δίνω δεκάρα έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'fig.' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση fig. στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «fig.».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!