|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | follow up vi phrasal | (take next step) (με κάτι, κάνοντας κάτι) | συνεχίζω, προχωρώ ρ αμ | | | The young gymnast performed a dive roll, and did a cartwheel to follow up. | | | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το κοριτσάκι έκανε ένα κατακόρυφο και συνέχισε με μια ανάποδη τούμπα για να εντυπωσιάσει τον μπαμπά του. | follow [sth] up by doing [sth], follow up [sth] by doing [sth] v expr | (make further communication) | κάνω κάτι σε συνέχεια κάτι άλλου | | | (σε επιστολή, μήνυμα κλπ) | απαντώ σε κτ ρ αμ + πρόθ | | | John followed up his interview by sending a thank-you note. | | | Σε συνέχεια της συνέντευξής του, ο Τζον έστειλε μια ευχαριστήρια κάρτα. | follow [sth] up with [sth], follow up [sth] with [sth] v expr | (make further communication) | συμπληρώνω ρ μ | | | | επεκτείνω ρ μ | | | | συνοδεύω ρ μ | | | The lawyer followed her argument up with evidence. | | | Η δικηγόρος συμπλήρωσε το επιχείρημά της με αποδείξεις. | | follow up on [sth] vtr phrasal insep | (investigate) | ερευνώ ρ μ | | | (μεταφορικά: στοιχείο) | ακολουθώ ρ μ | | | The detective followed up on the lead. | | | Ο αστυνομικός ερεύνησε τα στοιχεία. |
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | follow-up n | (further communication) (επαγγελματικό) | follow up ουσ ουδ άκλ | | Σχόλιο: Συνήθως αποδίδεται με κατάλληλη ρηματική έκφραση, π.χ. Ο πωλητής επικοινώνησε ξανά με τον Ράϊαν. | | | Ryan received a follow-up from the salesman. | | follow-up n | (news item: further information) | επιπλέον πληροφορία επίθ + ουσ θηλ | | | | follow up ουσ ουδ άκλ | | | The newspaper printed a follow-up to the previous day's story. | | follow-up n | (doctor's visit) | επαναληπτική εξέταση επίθ + ουσ θηλ | | | | επανεξέταση ουσ θηλ | | | (ζαργκόν: ιατρική) | follow up ουσ ουδ άκλ | | | Ron had to go to the doctor for a follow-up. | | | Ο Ρον έπρεπε να πάει στον γιατρό για μια επαναληπτική εξέταση. | | follow-up adj | (visit, call: further) (κάποιου πράγματος) | σε συνέχεια περίφρ | | | (επιπλέον στοιχεία, ερωτήσεις) | συμπληρωματικός επίθ | | | Tom sent a follow-up message to Jim. | | | Ο Τομ έστειλε ένα συμπληρωματικό μήνυμα στον Τζιμ. | | follow-up n | (work: successor) | συνέχεια ουσ θηλ | | | This novel is a follow-up to the author's first book, published 20 years ago. |
Ο όρος 'follow up' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|