|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: fool around, fool about vi phrasal | informal (act in silly way) | παίζω, χαζολογάω ρ αμ | | | (καθομιλουμένη, άκομψο) | κωλοβαράω ρ αμ | | | (αργκό, μεταφορικά, προσβλητικό) | μαλακίζομαι ρ αμ | | | The teacher told Bobby to stop fooling around in class. | | | Ο δάσκαλος είπε στον Μπόμπι να σταματήσει να χαζολογάει στην τάξη. | fool around, fool about vi phrasal | informal (not be productive) (καθομιλουμένη) | χασομερώ, χαζολογάω ρ αμ | | | (ανεπίσημο, άκομψο) | κωλοβαράω ρ αμ | | | (αργκό, μεταφορικά, προσβλητικό) | μαλακίζομαι ρ αμ | | | The boss doesn't like people fooling around when they should be working. | | | Στο αφεντικό δεν αρέσει να χασομερούν οι υπάλληλοι, ενώ θα έπρεπε να δουλεύουν. | | fool around vi phrasal | slang (have casual sex) | ερωτοτροπώ ρ αμ | | | (καθομιλουμένη) | μπερμπαντεύω, τραβιέμαι ρ αμ | | | (χυδαίο) | πηδιέμαι ρ αμ | | | (καθομιλουμένη: απιστία) | τσιλιμπουρδίζω ρ αμ | | | Helen suspects that her husband has been fooling around. | | | Η Έλεν υποψιάζεται ότι ο άντρας της τσιλιμπουρδίζει. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | fool around with [sb] vtr phrasal insep | slang (have casual sex) (καθομιλουμένη) | κάνω φάση με κπ περίφρ | | | | τραβιέμαι με κπ ρ αμ + πρόθ | | | (χυδαίο) | πηδιέμαι με κπ ρ αμ + πρόθ | | | He had fooled around with every girl in town before he met Helen. | | fool around with [sth] vtr phrasal insep | informal (amuse yourself) (μεταφορικά) | παίζω με κτ ρ αμ + πρόθ | | | Ben spent the afternoon fooling around with his new camera. |
Ο όρος 'fool around' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|