formerly

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈfɔːrrli/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈfɔrmɚli/ ,USA pronunciation: respelling(fôrmər lē)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
formerly adv(previously)προηγουμένως, προηγούμενα επίρ
 (πιο παλιά)παλαιότερα, παλιότερα επίρ
  στο παρελθόν φρ ως επίρ
 (λόγιος)άλλοτε επίρ
 Karen Smith was formerly named Karen Stevens.
 Η Κάρεν Σμιθ στο παρελθόν λεγόταν Κάρεν Στήβενς.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'formerly' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: was formerly a [member, resident, partner] of, [he, she, who] was formerly married to, was formerly known as, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση formerly στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «formerly».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!