| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| formwork n | (construction: moulds) (ξύλινο καλούπι δομικών έργων) | ξυλότυπος ουσ αρσ |
| | (μεταλλικό καλούπι δομικών έργων) | μεταλλότυπος ουσ αρσ |
| | (καθομ) | καλούπι ουσ ουδ |
Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "formwork" στο Greek φόρουμ.Formwork - English Only forum
- Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «formwork».
Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά