• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
gaffer n(TV, film: lighting technician) (σε τηλεοπτικό πλατό)προϊστάμενος ηλεκτρολόγος φρ ως ουσ αρσ
  τεχνικός φωτισμού φρ ως ουσ αρσ
 My father has worked as a gaffer on several large Hollywood productions.
gaffer ninformal (old man)ηλικιωμένος ουσ αρσ
 (πιθανός προσβλητικό)γέρος ουσ αρσ
 (παλαιό)γέροντας ουσ αρσ
 This restaurant is popular among the gaffers in town.
gaffer ninformal, UK (foreman)εργοδηγός ουσ αρσ
  αρχιεργάτης ουσ αρσ
 Mutual respect between the gaffer and his crew ensures a productive and safe working environment.
gaffer ninformal, UK (boss)αφεντικό ουσ ουδ
  προιστάμενος ουσ αρσ
 Nobody in my office ever works unless our gaffer is watching.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση gaffer στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «gaffer».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!