gait

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgeɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/geɪt/ ,USA pronunciation: respelling(gāt)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
gait n(way of walking)περπάτημα, βάδισμα ουσ ουδ
 (επίσημο)βάδιση ουσ θηλ
 (κατά λέξη)τρόπος περπατήματος, τρόπος βάδισης περίφρ
 Ben wore a brace on his leg to correct his gait.
gait n(horse)βηματισμός ουσ αρσ
 The rider squeezed gently with her calves to push the horse's gait from a trot to a canter.
 Η αναβάτισσα πίεσε ελαφρά τις γάμπες τις για να αλλάξει τον βηματισμό του αλόγου από περπάτημα σε καλπασμό.
gait n(pace of walking: fast, slow)βάδισμα, περπάτημα ουσ ουδ
  βηματισμός ουσ αρσ
 (μεταφορικά)βήμα ουσ ουδ
 Nancy had trouble keeping up with Shaun's rapid gait.
 Η Νάνσυ δυσκολευόταν να ακολουθήσει τον γρήγορο βηματισμό του Σων.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'gait' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: has [a graceful, an awkward, a choppy] gait, set off with a [fast, quick] gait, [altered, quickened, changed] his gait, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση gait στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «gait».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!