|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | goodwill n | (kindness) | καλή θέληση επίθ + ουσ θηλ | | | We helped the neighbors repair their fence as a gesture of goodwill. | | | Βοηθήσαμε τους γείτονες να επισκευάσουν τον φράκτη τους ως κίνηση καλής θέλησης. | | goodwill n | (consent, willingness) | καλή θέληση, καλή διάθεση επίθ + ουσ θηλ | | | Very few people pay their taxes with complete goodwill. | | | Πολύ λίγοι πληρώνουν τους φόρους τους με εντελώς καλή θέληση. | | goodwill n | (business asset) (επιχειρήσεις) | φήμη και πελατεία φρ ως ουσ θηλ | | | | άυλα περιουσιακά στοιχεία περίφρ | | | | υπεραξία ουσ θηλ | | | (μεταφορικά, καθομ) | αέρας ουσ αρσ | | | The price of the business reflects both tangible assets and goodwill. | | | Η τιμή της εταιρείας αντικατοπτρίζει και τα κινητά και τα άυλα περιουσιακά στοιχεία. |
Ο όρος 'goodwill' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|