goose

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈguːs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/gus/ ,USA pronunciation: respelling(go̅o̅s)

Inflections of 'goose' (n):
gooses
npl (Senses relating to prodding or stimulating only)
geese
npl (All other countable usages)
Inflections of 'goose' (v): (⇒ conjugate)
gooses
v 3rd person singular
goosing
v pres p
goosed
v past
goosed
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
goose,
plural: geese
n
(web-footed bird)χήνα ουσ θηλ
 (παλαιό)χηνάρι ουσ ουδ
 The goose walked around the pond.
 Οι χήνα περπάτησε γύρω απ' τη λιμνούλα.
goose,
plural: geese
n
(female goose)χήνα ουσ θηλ
 (κατά λέξη)θηλυκή χήνα επίθ + ουσ θηλ
 I see a goose and a gander. I wonder if they will mate.
 Βλέπω μια θηλυκή και και μια αρσενική χήνα. Αναρωτιέμαι αν θα ζευγαρώσουν.
goose nuncountable (food: goose meat)χήνα ουσ θηλ
 Have you ever eaten goose before?
 Έχει φάει ποτέ χήνα;
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
goose nslang, figurative (foolish person) (μειωτικό, προσβλητικό)χαζοπούλι ουσ ουδ
 (μεταφορικά, μειωτικό)μπούφος ουσ αρσ
 Her mother calls her a silly goose, but says it with affection.
goose nslang (prod between buttocks)τσιμπιά στον πισινό περίφρ
 (προσβλητικό)τσιμπιά στον κώλο περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The hard goose he got from the other boy made Martin cry.
goose [sb] vtrslang (prod between buttocks)τσιμπάω κπ στον πισινό, τσιμπάω κπ στον ποπό περίφρ
  τσιμπάω τον πισινό κπ, τσιμπάω τον ποπό κπ περίφρ
 (υβριστικό)τσιμπάω τον κώλο κπ περίφρ
  τσιμπάω κπ στον κώλο περίφρ
 The naughty boy goosed the unsuspecting kid.
goose [sth] vtrslang (engine: give bursts of gasoline) (καθομιλουμένη)μαρσάρω ρ μ
 Sometimes you need to goose the engine to get it started in cold weather.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
barnacle goose n(arctic bird)ασπρομαγουλόχηνα ουσ θηλ
brant (US),
brent goose (UK)
n
(small goose)δακτυλιδόχηνα ουσ θηλ
Canada goose,
plural: Canada geese
n
(bird)καναδέζικη χήνα επίθ + ουσ θηλ
 You know it´s autumn when the Canada geese start flying south.
go on a wild goose chase,
go on a wild-goose chase
v expr
figurative, informal (search in vain for [sth](μεταφορικά)ψάχνω βελόνα στα άχυρα έκφρ
golden goose n(legendary goose)η κότα με τα χρυσά αβγά φρ ως ουσ θηλ
golden goose nfigurative (ongoing source of wealth) (μεταφορικά)η κότα με τα χρυσά αβγά φρ ως ουσ θηλ
  αστείρευτη πηγή επίθ + ουσ θηλ
goose barnacle n(crustacean: stalked barnacle)είδος καρκινοειδούς
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
goose egg nfigurative (lump on body)καρούμπαλο ουσ ουδ
goose egg nfigurative (on scoreboard: zero)μηδέν ουσ ουδ
goose grass n(shrub: silverweed) (φυτό)κολλητσόχορτο ουσ ουδ
goose liver n(food: foie gras)συκώτι χήνας περίφρ
 (ως τρόφιμο)φουά γκρα ουσ ουδ άκλ
goose pimples,
goosepimples,
goose pimples,
goosebumps,
goose bumps
npl
(skin's response to cold, fear)ανατριχιάζω ρ αμ
  ανατριχίλα ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία στη συνήθη χρήση σε προτάσεις.
 The wind's so cold that I'm starting to get goose pimples.
 Ο αέρας είναι τόσο κρύος που αρχίζω να ανατριχιάζω.
 Ο αέρας είναι τόσο κρύος που αρχίζω να νιώθω ανατριχίλα.
gooseflesh,
goose flesh,
goose skin
n
(skin's response to cold, fear)ανατριχίλα ουσ θηλ
  ανατρίχιασμα ουσ ουδ
 (ανεπ)μπιμπίκιασμα ουσ ουδ
goose-step,
goosestep,
goose step
n
(military marching walk)βηματισμός χήνας φρ ως ουσ αρσ
goose-step,
goosestep
vi
(march)βαδίζω με στρατιωτικό βηματισμό περίφρ
Σχόλιο: May have negative connotations in some English-speaking countries.
mother goose,
Mother Goose
adj
(nursery-rhyme, nursery-story) (παράδοση Ηνωμένου Βασιλείου)παιδική ιστορία
  παιδικό τραγουδάκι
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
Mother Goose nUK (pantomime)είδος χριστουγεννιάτικης θεατρικής επιθεώρησης
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
Mother Goose nUS (fictional nursery rhyme author)ηλικιωμένη γυναίκα η οποία λέγεται ότι έγραψε κάποιες παιδικές ιστορίες και τραγούδια τον 18ο αιώνα
 (προσωνύμιο: πηγές για τη Μασαχουσέτη)σύζυγος φεουδάρχη της Βοστώνης, η οποία έγραψε παιδικές ιστορίες στα τέλη του 17ου αιώνα
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. Ο εικονογράφος Άρθουρ Ράκχαμ την έχει παρουσιάσει ως άτομο με μυτερή μύτη, το οποίο ιππεύει ανάποδα μια ιπτάμενη χήνα.
silly goose nslang ([sb] foolish or childish) (αργκό)χαζός, χαζοβιόλης, κουτός επίθ
What's good for the goose is good for the gander,
What's sauce for the goose is sauce for the gander
expr
figurative ([sth] should apply equally)πρέπει να ισχύουν ίδια μέτρα και ίδια σταθμά έκφρ
wild goose (bird)αγριόχηνα ουσ θηλ
wild goose chase,
wild-goose chase,
goose chase
n
figurative, informal (pointless search) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 The sheriff was sent on a wild goose chase to find the fugitive.
 Trying to find the missing papers turned out to be a wild-goose chase.
 Έστειλαν τον σερίφη να βρει τον δραπέτη αν και ήταν μάταιο. // Το να προσπαθήσω να βρω τα χαρτιά αποδείχτηκε ότι ήταν σαν να ψάχνω ψύλλους στα άχυρα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'goose' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [golden, spruce] goose, [got, has] a goose egg on his head, [roast, cook] a goose, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση goose στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «goose».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!