| Επιπλέον μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| goose n | slang, figurative (foolish person) (μειωτικό, προσβλητικό) | χαζοπούλι ουσ ουδ |
| | (μεταφορικά, μειωτικό) | μπούφος ουσ αρσ |
| | Her mother calls her a silly goose, but says it with affection. |
| goose n | slang (prod between buttocks) | τσιμπιά στον πισινό περίφρ |
| | (προσβλητικό) | τσιμπιά στον κώλο περίφρ |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. |
| | The hard goose he got from the other boy made Martin cry. |
| goose [sb]⇒ vtr | slang (prod between buttocks) | τσιμπάω κπ στον πισινό, τσιμπάω κπ στον ποπό περίφρ |
| | | τσιμπάω τον πισινό κπ, τσιμπάω τον ποπό κπ περίφρ |
| | (υβριστικό) | τσιμπάω τον κώλο κπ περίφρ |
| | | τσιμπάω κπ στον κώλο περίφρ |
| | The naughty boy goosed the unsuspecting kid. |
| goose [sth]⇒ vtr | slang (engine: give bursts of gasoline) (καθομιλουμένη) | μαρσάρω ρ μ |
| | Sometimes you need to goose the engine to get it started in cold weather. |
| Σύνθετοι τύποι: |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| barnacle goose n | (arctic bird) | ασπρομαγουλόχηνα ουσ θηλ |
brant (US), brent goose (UK) n | (small goose) | δακτυλιδόχηνα ουσ θηλ |
Canada goose, plural: Canada geese n | (bird) | καναδέζικη χήνα επίθ + ουσ θηλ |
| | You know it´s autumn when the Canada geese start flying south. |
go on a wild goose chase, go on a wild-goose chase v expr | figurative, informal (search in vain for [sth]) (μεταφορικά) | ψάχνω βελόνα στα άχυρα έκφρ |
| golden goose n | (legendary goose) | η κότα με τα χρυσά αβγά φρ ως ουσ θηλ |
| golden goose n | figurative (ongoing source of wealth) (μεταφορικά) | η κότα με τα χρυσά αβγά φρ ως ουσ θηλ |
| | | αστείρευτη πηγή επίθ + ουσ θηλ |
| goose barnacle n | (crustacean: stalked barnacle) | είδος καρκινοειδούς |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. |
| goose egg n | figurative (lump on body) | καρούμπαλο ουσ ουδ |
| goose egg n | figurative (on scoreboard: zero) | μηδέν ουσ ουδ |
| goose grass n | (shrub: silverweed) (φυτό) | κολλητσόχορτο ουσ ουδ |
| goose liver n | (food: foie gras) | συκώτι χήνας περίφρ |
| | (ως τρόφιμο) | φουά γκρα ουσ ουδ άκλ |
goose pimples, goosepimples, goose pimples, goosebumps, goose bumps npl | (skin's response to cold, fear) | ανατριχιάζω ρ αμ |
| | | ανατριχίλα ουσ θηλ |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντιστοιχία στη συνήθη χρήση σε προτάσεις. |
| | The wind's so cold that I'm starting to get goose pimples. |
| | Ο αέρας είναι τόσο κρύος που αρχίζω να ανατριχιάζω. |
| | Ο αέρας είναι τόσο κρύος που αρχίζω να νιώθω ανατριχίλα. |
gooseflesh, goose flesh, goose skin n | (skin's response to cold, fear) | ανατριχίλα ουσ θηλ |
| | | ανατρίχιασμα ουσ ουδ |
| | (ανεπ) | μπιμπίκιασμα ουσ ουδ |
goose-step, goosestep, goose step n | (military marching walk) | βηματισμός χήνας φρ ως ουσ αρσ |
goose-step, goosestep vi | (march) | βαδίζω με στρατιωτικό βηματισμό περίφρ |
| Σχόλιο: May have negative connotations in some English-speaking countries. |
mother goose, Mother Goose adj | (nursery-rhyme, nursery-story) (παράδοση Ηνωμένου Βασιλείου) | παιδική ιστορία |
| | | παιδικό τραγουδάκι |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. |
| Mother Goose n | UK (pantomime) | είδος χριστουγεννιάτικης θεατρικής επιθεώρησης |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. |
| Mother Goose n | US (fictional nursery rhyme author) | ηλικιωμένη γυναίκα η οποία λέγεται ότι έγραψε κάποιες παιδικές ιστορίες και τραγούδια τον 18ο αιώνα |
| | (προσωνύμιο: πηγές για τη Μασαχουσέτη) | σύζυγος φεουδάρχη της Βοστώνης, η οποία έγραψε παιδικές ιστορίες στα τέλη του 17ου αιώνα |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. Ο εικονογράφος Άρθουρ Ράκχαμ την έχει παρουσιάσει ως άτομο με μυτερή μύτη, το οποίο ιππεύει ανάποδα μια ιπτάμενη χήνα. |
| silly goose n | slang ([sb] foolish or childish) (αργκό) | χαζός, χαζοβιόλης, κουτός επίθ |
What's good for the goose is good for the gander, What's sauce for the goose is sauce for the gander expr | figurative ([sth] should apply equally) | πρέπει να ισχύουν ίδια μέτρα και ίδια σταθμά έκφρ |
| wild goose | (bird) | αγριόχηνα ουσ θηλ |
wild goose chase, wild-goose chase, goose chase n | figurative, informal (pointless search) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.) | - |
| | The sheriff was sent on a wild goose chase to find the fugitive. |
| | Trying to find the missing papers turned out to be a wild-goose chase. |
| | Έστειλαν τον σερίφη να βρει τον δραπέτη αν και ήταν μάταιο. // Το να προσπαθήσω να βρω τα χαρτιά αποδείχτηκε ότι ήταν σαν να ψάχνω ψύλλους στα άχυρα. |