• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
gorgon nfigurative, pejorative (hideous woman) (για στριφνή γυναίκα)μέγαιρα ουσ θηλ
 (για άσχημη)κακομούτσουνη ουσ θηλ
gorgon,
Gorgon
n
(female monster of Greek myth)Γοργών ουσ θηλ κύρ
Σχόλιο: Προσοχή: Οι Γοργόνες στην αρχαιότητα ήταν τέρατα, όχι οι σημερινές γοργόνες. Το αντίστοιχο του αγγλικού όρου είναι το Μέδουσα (μια από τις Γοργόνες)
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'gorgon' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση gorgon στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «gorgon».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!