gout

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgaʊt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/gaʊt/ ,USA pronunciation: respelling(gout)

  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
gout n(inflammation of the joints)ουρική αρθρίτιδα επίθ + ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη, παλαιό)ποδάγρα ουσ θηλ
 He developed gout from years of drinking and rich diet.
gout nliterary (drop, spot)σταγόνα ουσ θηλ
 Gouts of blood ran from Ryan's injury.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'gout' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση gout στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «gout».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!