|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | hag n | pejorative (ugly old woman) (μεταφορικά, μειωτικό) | γριά μάγισσα φρ ως ουσ θηλ | | | (μειωτικό) | παλιόγρια ουσ θηλ | | | (προσβλητικό) | σκατόγρια ουσ θηλ | | | (προσβλητικό) | στρίγγλα ουσ θηλ | | | Don't mind her, that old hag is always shouting at people walking by. |
Ο όρος 'hag' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|