• WordReference
  • Definition
Σε αυτή τη σελίδα: handpicked, handpick

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
handpicked,
hand-picked
adj
(fruit, etc.: plucked by hand) (για φρούτα, λαχανικά)μαζεμένος με το χέρι περίφρ
  που έχει συλλεχθεί με το χέρι, που η συγκομιδή του έγινε με το χέρι περίφρ
handpicked,
hand-picked
adj
figurative (person: chosen by [sb] with power)εκλεκτός, επίλεκτος επίθ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
handpick [sb/sth],
hand-pick [sb/sth]
vtr
(select personally)διαλέγω προσωπικά, επιλέγω προσωπικά ρ μ + επίρ
 The manager handpicked Charlotte for the position because of her extensive experience.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση handpicked στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «handpicked».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!