• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
happen vi(occur)συμβαίνω ρ αμ
 (καθομιλουμένη)γίνομαι ρ αμ
 A lot of things have happened since last year.
 Πολλά συνέβησαν την περασμένη χρονιά.
 Πολλά έγιναν την περασμένη χρονιά.
happen to [sb] vi + prep(befall)συμβαίνω ρ αμ
  τυχαίνω ρ αμ
 Getting this job was the best thing that's ever happened to me.
 Το ότι πήρα αυτή τη δουλειά ήταν ό,τι καλύτερο μου συνέβη ποτέ.
happen to [sb/sth] vi + prep(become of)γίνομαι ρ αμ
  απογίνομαι ρ αμ
 What happened to that book I lent you?
 Τι απέγινε το βιβλίο που σου δάνεισα;
happen to do [sth] v expr(chance to)τυχαίνει να κάνω κτ ρ αμ
  κατά τύχη έκανα κτ έκφρ
 Did you happen to see my keys?
 Μήπως έτυχε να δεις τα κλειδιά μου;
 Μήπως είδες κατά τύχη τα κλειδιά μου;
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
happen along vi phrasal(arrive somewhere by chance)εμφανίζομαι τυχαία ρ αμ + επίρ
  έρχομαι τυχαία ρ αμ + επίρ
  τυχαίνει να βρίσκομαι έκφρ
happen by [sth] vtr phrasal insep(chance upon) (μεταφορικά)πέφτω πάνω σε κτ έκφρ
  πετυχαίνω ρ μ
 Whilst in town, I happened by a photographic store and bought myself a new digicam.
happen on [sth/sb],
happen upon [sth/sb]
vtr phrasal insep
dated, literary (find, encounter) (μεταφορικά, καθομ)πέφτω πάνω σε κτ/κπ έκφρ
  βρίσκομαι μπροστά σε κτ/κπ περίφρ
  συναντώ ρ μ
 I happened on an interesting article about Cuba in the newspaper.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
about to happen adj(imminent)που πρόκειται να γίνει, που πρόκειται να συμβεί έκφρ
 You want me to give you money? That's not about to happen.
 Θέλεις να σου δώσω χρήματα; Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί.
happen by chance v expr(be lucky, coincidental) (συνήθως γ' πρόσωπο)συμβαίνω τυχαία ρ αμ + επίρ
  συμβαίνω στην τύχη περίφρ
  συμβαίνω κατά τύχη περίφρ
 We weren't trying to get pregnant; it happened by chance.
happen to be expr(by chance)λες να ρ έκφρ
  μήπως επίρ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)παίζει ρ απρ
  μπας και έκφρ
 Would that happen to be the book I've been searching for?
 Λες να είναι αυτό το βιβλίο που έψαχνα;
just so happen to do [sth] v expr(coincidentally)τυχαίνει να κάνω κτ έκφρ
  όλως τυχαίως κάνω κτ έκφρ
  συμπτωματικά κάνω κτ έκφρ
 I called a plumber, who just so happened to be in the area and came immediately to fix my sink.
just so happen,
just so happen that
v expr
(with clause: coincidentally)τυχαίνει να έκφρ
  όλως τυχαίως φρ ως επίρ
  συμπτωματικά επίρ
make it happen v exprinformal (turn into reality)πραγματοποιώ ρ μ
 I had the original idea, but you made it happen.
make things happen v expr(have power and influence)είμαι ισχυρός ρ έκφρ
  ασκώ επιρροή περίφρ
  είμαι πετυχημένος ρ έκφρ
  τα καταφέρνω περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Παρατίθενται ορισμένες εναλλακτικές αποδόσεις.
 I want to become friends with Burt--he's a guy who makes things happen.
so happen,
so happen that
v expr
(with clause: be the case that)τυχαίνει να έκφρ
 It so happened that the house Goldilocks had wandered into belonged to three bears.
will [sth] to happen vtr(make happen by wishing)θέλω κτ πολύ για να γίνει έκφρ
 (κατά λέξη)πραγματοποιώ με τη δύναμη της θέλησης
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 It doesn't just happen. You need to will it to happen.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'happened' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση happened στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «happened».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!