• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
hard-headed,
hardheaded
adj
(stubborn, unwilling to take advice)ισχυρογνώμων επίθ
 (καθομιλουμένη)πεισματάρης επίθ
 (καθομ, μεταφορικά)ξεροκέφαλος επίθ
 He is so hard-headed he refused to turn back even when it was obvious we were on the wrong road.
hard-headed,
hardheaded
adj
(unsentimental, pragmatic)ρεαλιστής, πρακτικός επίθ
 (μεταφορικά)ψυχρός επίθ
  που έχει ψυχρή λογική περίφρ
 Some people find them unsentimental, but my hard-headed methods have always been effective.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση hardheaded στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «hardheaded».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!