stubborn

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈstʌbərn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈstʌbɚn/ ,USA pronunciation: respelling(stubərn)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stubborn adj(obstinate)πεισματάρης επίθ
 (επίσημο)ισχυρογνώμων επίθ
 He was stubborn and refused to admit he was wrong.
 Ήταν πεισματάρης κι αρνιόταν να παραδεχτεί το λάθος του.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ήταν πολύ ισχυρογνώμων για να παραδεχτεί πως έσφαλε.
stubborn adj(tenacious)ανένδοτος, ανυποχώρητος επίθ
 The dog with a bone is as stubborn as any I've ever seen.
 Το σκυλί με το κόκαλο είναι τόσο ανένδοτο, όσο κανένα άλλο από όσα έχω δει.
stubborn adjfigurative (resistant) (μεταφορικά)επίμονος επίθ
 (συνήθως για λεκέδες)δύσκολος επίθ
 This spray will remove even the most stubborn stains.
 Αυτό το σπρέι θα απομακρύνει ακόμα και τους πιο επίμονους λεκέδες.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'stubborn' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is too stubborn to [admit, change, recognize], is (so) stubborn about [getting, having, going], why are you (always) so stubborn?, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση stubborn στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «stubborn».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!