| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| henchman n | informal (follower, adherent) | οπαδός ουσ αρσ |
| | (αργκό, αποδοκιμασίας) | κομματόσκυλο ουσ ουδ |
| | The candidate's audience consisted only of her henchmen. |
| henchman n | informal (assistant, sidekick) (ανάλογα την περίπτωση) | πρωτοπαλίκαρο ουσ ουδ |
| | | μπράβος ουσ αρσ |
| | | τσιράκι ουσ ουδ |
| | This is the first time I've seen you without all of your henchmen. |
| henchman n | archaic (male attendant) | ακόλουθος ουσ αρσ |
| | A person of high rank might have several henchmen. |
Δεν βρέθηκαν συζητήσεις για τον όρο "henchman" στο Greek φόρουμ.henchman - English Only forum
- Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «henchman».
Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά