| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| impairment n | (defect in [sb]'s ability) | βλάβη ουσ θηλ |
| | | πρόβλημα ουσ ουδ |
| | (πιο σοβαρό) | αναπηρία ουσ θηλ |
| | (σε ορισμένες περιπτώσεις) | αδυναμία ουσ θηλ |
| | Peter went to the doctor and got a hearing aid to deal with his hearing impairment. |
| | Ο Πήτερ πήγε στον γιατρό που του έδωσε ένα ακουστικό για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα ακοής του. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| impairment n | (defect in [sth]'s functioning) | βλάβη ουσ θηλ |
| | | πρόβλημα ουσ ουδ |
| | Bob's job was to find and resolve impairments in the machinery. |
| impairment n | (accounting: decrease in value of asset) | μείωση αξίας φρ ως ουσ θηλ |
Ο όρος 'impairment' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: