Ο όρος 'in particular' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
dweller
- especially
- especially for
- have in mind
- put things
- selective attention
- special
- specially
- steer
in particular
ορισμός |
στα ισπανικά |
στα γαλλικά |
συνώνυμα στα αγγλικά |
αγγλικές συμφράσεις |
Conjugator [EN] |
σε χρήση |
εικόνες
|
|