• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
in particular adv(especially, specifically)συγκεκριμένα, ειδικά, ειδικότερα επίρ
  πιο συγκεκριμένα, πιο ειδικά φρ ως επίρ
 The past year, in particular the past six months, has been very challenging for the company.
 Η χρονιά που πέρασε και πιο συγκεκριμένα οι τελευταίοι έξι μήνες, ήταν πολύ δύσκολοι για την εταιρεία.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
in every particular adv(in every detail)με κάθε λεπτομέρεια φρ ως επίρ
 (εμφατικός τύπος)με ανατριχιαστική λεπτομέρεια φρ ως επίρ
in this particular case adv(in this instance)στη συγκεκριμένη περίπτωση έκφρ
 Usually I would agree with you, but in this particular case I think you are mistaken.
nothing in particular pron(not anything specific)τίποτα συγκεκριμένο/ιδιαίτερο έκφρ
 Nothing in particular is needed to complete this decor.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'in particular' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση in particular στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «in particular».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!