• WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
indifferently adv(without enthusiasm)αδιάφορα επίρ
 (μεταφορικά)χλιαρά επίρ
 When asked which of the two sandwiches he would prefer, Keith shrugged indifferently.
indifferently adv(impartially, disinterestedly)αδιάφορα επίρ
indifferently adv(in a mediocre way)μέτρια επίρ
 (καθομιλουμένη)έτσι κι έτσι έκφρ
 Megan plays the guitar indifferently, but she is a superb pianist.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση indifferently στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «indifferently».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!