infancy

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɪnfənsi/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈɪnfənsi/ ,USA pronunciation: respelling(infən sē)

Inflections of 'infancy' (n): npl: infancies
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
infancy n(person: early childhood) (μικρό παιδί)νηπιακή ηλικία επίθ + ουσ θηλ
 (βρέφος)βρεφική ηλικία επίθ + ουσ θηλ
 They lost both parents when they were in their infancy.
 Έχασαν και τους δύο γονείς τους όταν ήταν ακόμη σε νηπιακή ηλικία.
infancy nfigurative (early stages)αρχή, απαρχή ουσ θηλ
  πρώιμο στάδιο επίθ + ουσ ουδ
 The project's still in its infancy but hasn't encountered any problems.
 Το σχέδιο είναι ακόμη στην αρχή (or: απαρχή) του αλλά δεν έχει αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα.
 Το σχέδιο είναι ακόμη σε πρώιμο στάδιο αλλά δεν έχει αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
in its infancy advfigurative (in its early stages) (μεταφορικά)στα σπάργανα φρ ως επίρ
 In that country, democratic institutions are still in their infancy.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'infancy' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση infancy στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «infancy».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!