|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | integrity n | (honesty) (μεταφορικά: χαρακτήρας) | ακεραιότητα ουσ θηλ | | | | εντιμότητα, τιμιότητα ουσ θηλ | | | Jamie had too much integrity to continue in her career as a lawyer. | | | Η Τζέιμι είχε υπερβολική ακεραιότητα για να συνεχίσει την καριέρα της ως δικηγόρος. | | integrity n | (material: sound) | ακεραιότητα ουσ θηλ | | | The steel overheated and lost its integrity. | | | Το ατσάλι υπερθερμάνθηκε και έχασε την ακεραιότητά του. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | integrity n | (wholeness) | ακεραιότητα ουσ θηλ | | | | συνοχή ουσ θηλ | | | The war in the neighboring country threatened the integrity of the border. |
Ο όρος 'integrity' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|