| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| interruption n | (unscheduled disruption) | διακοπή ουσ θηλ |
| | There was an interruption in our Internet service this morning. |
| | Υπήρξε μια διακοπή στη σύνδεσή μας στο διαδίκτυο σήμερα το πρωί. |
| interruption n | ([sth] causing disruption) | διακοπή ουσ θηλ |
| | It's hard to get any work done with all these interruptions. |
| | Είναι δύσκολο να γίνει δουλειά με όλες αυτές τις διακοπές. |
| interruption n | (speech: interjecting remark) | διακοπή ουσ θηλ |
| | | διακόπτω ρ μ |
| | Before her interruption I was trying to explain the budget. |
| | Πριν τη διακοπή προσπαθούσα να εξηγήσω τον προϋπολογισμό. |
| | Πριν με διακόψουν προσπαθούσα να εξηγήσω τον προϋπολογισμό. |
Ο όρος 'interruption' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: