interruption

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌɪntəˈrʌpʃən/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(in′tə rupshən)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
interruption n(unscheduled disruption)διακοπή ουσ θηλ
 There was an interruption in our Internet service this morning.
 Υπήρξε μια διακοπή στη σύνδεσή μας στο διαδίκτυο σήμερα το πρωί.
interruption n([sth] causing disruption)διακοπή ουσ θηλ
 It's hard to get any work done with all these interruptions.
 Είναι δύσκολο να γίνει δουλειά με όλες αυτές τις διακοπές.
interruption n(speech: interjecting remark)διακοπή ουσ θηλ
  διακόπτω ρ μ
 Before her interruption I was trying to explain the budget.
 Πριν τη διακοπή προσπαθούσα να εξηγήσω τον προϋπολογισμό.
 Πριν με διακόψουν προσπαθούσα να εξηγήσω τον προϋπολογισμό.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'interruption' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση interruption στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «interruption».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!